Online χρήστες
Έχουμε 10 επισκέπτες συνδεδεμένους| Το αλώνισμα |
|
Αν έχεις γράψει ένα κείμενο με το Θέρο και το Θεριστή(Ιούνιο) δεν μπορείς να μην γράψεις και για το αλώνισμα. Είναι φυσική συνέχεια η μια αγροτική εργασία της άλλης. Μοιάζει σαν άφησες κάτι στη μέση. Μισοτελειωμένο. (Η οικογένειεα Αθ.Θανόπουλου αλωνίζει στου "Σιέσι" στα μέσα της δεκαετίας του ΄50. Ευχαριστούμε το Γ.Θανόπουλο για τη παραχώρηση της φωτογραφίας).
Αφού τέλειωναν τον Θέρο ή συγχρόνως μ’ αυτόν αν προλάβαιναν, οι άντρες κουβαλούσαν τα δεμάτια στα αλώνια. Τα φόρτωναν στα μουλάρια ή τα γαϊδούρια δυο-τρεις «κουντούρες» στη κάθε πλευρά του ζώου με τα στάχια προς τα κάτω φροντίζοντας να περνούν από δρόμο και μονοπάτι ευρύχωρο για να μην πέφτουν τα στάχια στο δρόμο από τα τραβήγματα των θάμνων. Έφτιαχναν θημωνιές γύρω-γύρω από τ’ αλώνια, μία για κάθε είδους δημητριακό(σιτάρι, ασπροσίτι, κριθάρι, βρώμη). Αν είχαν πολύ παραγωγή από το ένα είδος τη μοίραζαν σε δυο θημωνιές για να αλωνίσουν δυο φορές. Δεν είχαν ιδιόκτητα αλώνια όλοι οι κάτοικοι του χωριού.
Όσοι δεν είχαν δικά τους, συνέπρατταν με άλλους. Ήταν δυο ειδών τα αλώνια του χωριού. Τα πετράλωνα και τα χωματένια.Τα πετράλωνα ήταν στρωμένα με πέτρα πλακουδερή με όσο το δυνατόν μικρότερα κενά ανάμεσα τους. Επειδή τα περισσότερα χωράφια είναι επικλινή στο χωριό μας χρειαζόταν να υποστηριχτεί με μια μάντρα στη πλευρά της κατηφόρας. Στην αντίθετη πλευρά, της ανηφόρας επίσης έφτιαχναν μάντρα για να προστατέψουν το αλώνι από κατολισθήσεις χώματος και χαλικιών. Στο κέντρο ήταν καλά στερεωμένο το «στιχερό» από γερό ξύλο πουρναριού ή γλαντζινιάς που στο πάνω μέρος του κατέληγε σε διχάλα. φωτο: Το αλώνι του Γ. Γιανννόπουλου σήμερα
Τα χωματένια αλώνια ήταν πρόχειρα και φτωχικά. Τα έφτιαχναν σε σκληρό και στέρεο τόπο και το αλώνισμα γινόταν πάνω στο χώμα. Θα αριθμήσω μερικά αλώνια του χωριού τα οποία υπάρχουν ακόμα είτε ατόφια είτε τα χαλάσματα τους. Μέσα στα όρια του χωριού ήταν το αλώνι Ι. Μακρή στο πάνω χωριό, το αλώνι του Π. Θανόπουλου στο κάτω χωριό. Επίσης τα αλώνια των Αγγ. Ασημακόπουλου (κατασκ.1941), Θ. Θανόπουλου και Ι. Γιαννόπουλου (κατασκ.1957) στο ύψωμα «Σιέσι» πάνω από το χωριό και το αλώνι του Κ. Νικολόπουλου στο ύψωμα «Γκούρι». φωτό:Το αλώνι του Αγγ.Ασημακόπουλου σήμερα.
Αυτά που δεν υπάρχουν πλέον ήταν το αλώνι του Θ.Θανόπουλου στο κάτω χωριό, του Μπόκα τ’ αλώνι στη θέση «Γκελέκα» και το Λεϊμονέκο αλώνι στο πάνω χωριό. Χωματάλωνα υπήρχαν αρκετά στα πολύ παλιά χρόνια πριν το ’50 σ’ όλες τις «ποστασιές». «Ποστασιά» έλεγαν την περιοχή που καλλιεργούσαν κάθε χρόνο. Δεν έσπερναν τα ίδια χωράφια κάθε περίοδο. Τα άφηναν χέρσα μια χρονιά για να αναπαυθούν. Αναλόγως την «ποστασιά» επέλεγαν και τα’ αλώνια που αλώνιζαν για να βολεύουν ως προς την απόσταση. φωτό:Το αλώνι του Θ.Θανόπουλου σήμερα Ένας νοικοκύρης μόνος του δεν μπορούσε να αλωνίσει το σιτάρι του γιατί χρειαζόντουσαν περισσότερα μουλάρια απ’ όσα είχε και επί πλέον εργατικά χέρια Έτσι προέκυπτε η ανάγκη της συνεργασίας με άλλον ή άλλους. Συνήθως κάθε νοικοκυριό διέθετε δυο μουλάρια. Για να γίνει όμως ένα αλώνισμα σιταριού χρειαζόντουσαν τέσσερα ή πέντε μουλάρια. Τότε ή πήγαινε για βοήθεια ο συγγενής και ο γείτονας μαζί με το μουλάρι του ή έδινε μόνο το μουλάρι αν το αφεντικό του αλωνίσματος είχε οικογένεια πολυπληθή και δεν χρειαζόταν εργάτες. Όταν ερχόταν η σειρά του συγγενή να αλωνίσει τότε ανταπέδιδε την εξυπηρέτηση ο πρώτος με τον ίδιο τρόπο. Το σύστημα αυτό το ονόμαζαν "δανεικαριές"Εκείνη την περίοδο η κοινωνία βασιζόταν πολύ σ’ αυτές τις μεθόδους συνεργασίας για να προχωρήσει και έτσι κρατούσε σφιχτούς δεσμούς ανάμεσα στα μέλη της.
Αλώνισμα στου Θ.Θανόπουλου το αλώνι στου"Σιέσι" το 1980. Διακρίνονται ο Θ. Θανόπουλος, ο Αγγ. Ασημακόπουλος και ο Δημ. Διαμαντόπουλος. Η φωτογραφία είχε παραπέσει και είναι λίγο "ταλαιπωρημένη". Είναι όμως πολύτιμη και συγκινητική. Δεν συνήθιζαν να λένε τραγούδια στο αλώνι εκτός από κάποιες εξαιρέσεις πολύ μερακλήδων που τραγουδούσαν όλες τις ώρες. Έκαναν αλλαγή στη θέση του αγωγιάτη που γύριζε τα μουλάρια στ’ αλώνι γιατί ήταν αρκετά κουραστική δουλειά. Πολλές φορές έβαζαν και τα παιδιά να κάνουν αυτή τη δουλειά γιατί τα ίδια το ζητούσαν αφού την έβρισκαν πολλή διασκεδαστική. Πρόσεχαν όμως γιατί κάποια μουλάρια «τσίνιζαν» και υπήρχε ο κίνδυνος να εξακοντίσουν κλωτσιά στον αγωγιάτη που τα πίεζε. Μόλις τυλιγόταν η τριχιά γύρω από το στιχερό, σταματούσαν τα μουλάρια, έλυναν το μουλάρι που ήταν στην εσωτερική πλευρά του αλωνιού, έκαναν αντίθετη στροφή και έφερναν και έδεναν από τη μέσα πλευρά αυτό που προηγουμένως ήταν από την απέξω πλευρά. Έτσι η τριχιά ξετυλιγόταν από το στιχερό και ξανατυλιγόταν με αντίθετη φορά κ.ο.κ. Στο μέσον της διαδικασίας του αλωνίσματος σταματούσαν για λίγο και «γύριζαν το αλώνι» όπως έλεγαν. Δηλαδή, ξεκινώντας οι αγωγιάτες από μια ακτίνα του αλωνιού έπαιρναν με τη σειρά τα μισοτριμμένα στάχια και με τα «δικριάνια» γύριζαν τα πάνω κάτω για να δουλευτεί όλο το υλικό. Κατόπιν συνέχιζαν την ίδια διαδικασία του αλωνίσματος με τα μουλάρια. Τέτοια γυρίσματα έκαναν περίπου 5-6 φορές για να έχουν σωστό αποτέλεσμα δηλαδή να βγει ο καρπός από το στάχυ και να κοπεί η καλαμιά σε μικρότερα κομμάτια άχυρου. Τη κάθε φορά την έλεγαν: πρώτο δικριάνι, δεύτερο δικριάνι κ.ο.κ. Μέχρι αργά το μεσημέρι κρατούσε η διαδικασία. Οι μεγαλύτεροι και εμπειρότεροι έκριναν και έλεγαν τη φράση: «Το αλώνι είναι έτοιμο». Έτρωγαν συνήθως δυο φορές, η μια ήταν το κολατσιό με τυρί, αυγά βραστά ή καγιανά και η άλλη το μεσημέρι που τελείωναν και συνήθως ήταν κόκορας με χυλοπίτες ή κατσίκι ριγανάτο στα τσελιγκόσπιτα. Καθόντουσαν στον ίσκιο του πουρναριού που υπήρχε κοντά σε κάθε αλώνι και η νοικοκυρά που αλώνιζε έπρεπε να περιποιηθεί με το καλύτερο τρόπο τους αγωγιάτες, με καλό φαγητό, φρέσκο ψωμί και κρασί. Εκείνη έτρωγε μετά από τους άντρες. Το πρωί που ξεκινούσαν τους κερνούσε δίπλες και τσίπουρο. Οι προσκαλεσμένοι αγωγιάτες ευχόντουσαν στον νοικοκύρη: -Χίλια μόδια!(μεγάλη σοδειά) Το κάθε αλώνισμα είχε τη σοβαρότητα του. Όταν αλώνιζαν σιτάρι όλα έπρεπε να λειτουργήσουν τέλεια. Αν αλώνιζαν κριθάρι είχαν λιγότερο προσωπικό. Ακόμα και το φαγητό ήταν κατώτερο.
Αφού αλωνιζόταν το σιτάρι ή το κριθάρι το μάζευαν σε σωρό στο κέντρο του αλωνιού και ύστερα το λίχνιζαν μόνοι τους οι νοικοκυραίοι, συνήθως το απόγευμα της ίδιας μέρας, αν φυσούσε άνεμος. Έπιαναν με τα δικριάνια ποσότητα του μίγματος των άχυρων πια με σιτάρι και το πετούσαν ψηλά. Ο καρπός του σιταριού που ήταν βαρύς έπεφτε μπροστά τους. Το άχυρο που ήταν ελαφρύ και το φυσούσε ο αέρας πήγαινε μακρύτερα. Έτσι κατόρθωναν σιγά-σιγά να ξεχωρίσουν το σιτάρι από τ’ άχυρα. Το πόσο γρήγορα γινόταν αυτή η εργασία εξαρτιόταν από τον αέρα. Αν υπήρχε άπνοια μπορεί να κράταγε το λίχνισμα 2 μέρες.
Φωτό: Αλώνισμα 1983 Αφού το λίχνιζαν το σιτάρι, ύστερα το φτυάριζαν δηλ. το ξαναπετούσαν ψηλά με το φτυάρι για να καθαρίσει πιο καλά από τα μικρότερα κομμάτια άχυρου ή σκόνης. Μερικές φορές μέσα στο σιτάρι έμενε σκύβαλο που ήταν βαρύ και δεν έφευγε με το λίχνισμα. Το σκύβαλο ήταν το μη τριμμένο στάχυ που το κρατούσαν στην άκρη κι ετάιζαν μ’ αυτό τις κότες. Τότε έκαναν το «δρυμόνισμα». Είχαν ένα πολύ μεγάλο μακρόστενο κόσκινο, το «δρυμόνι», με δυο χερούλια στις δυο στενές πλευρές και μέσα έβαζαν το σιτάρι και το κοσκίνιζαν ούτως ώστε να φύγει κάθε κομματάκι άχυρου ή σκύβαλο ή άγανα από τα στάχια. Το κοσκίνιζαν δυο μαζί ή ένας μόνος του, αφού περνούσε το ένα χερούλι σε όρθιο δικριάνι και με το άλλο κουνούσε κοσκινίζοντας. Το καθαρό πλέον σιτάρι έπεφτε πάνω στη στρωμένη "λιοπάνα" (πρόχειρο χαλί για τέτοιες δουλειές) και στο δρυμόνι έμενε το σκύβαλο. Κατόπιν όλων αυτών το σιτάρι ή το «γέννημα» όπως το έλεγαν, ήταν έτοιμο για να μεταφερθεί στο σπίτι. Μετρούσαν την ποσότητα με τενεκέδες. και ως μονάδες μέτρησης είχαν τα πινάκια και τα μόδια. Ο τενεκές χωρούσε περίπου 12-13 οκάδες σιτάρι. Το πινάκι ήταν 50 οκάδες σιτάρι, περίπου 4 τενεκέδες. Το μόδι ήταν 300 οκάδες σιτάρι δηλαδή 6 πινάκια. Κατόπιν το έβαζαν σε υφαντά σακιά (μάλλινα ή σπάρτινα), τα φόρτωναν στα μουλάρια και σιγά-σιγά το αποθήκευαν στο σπίτι. Ως αποθηκευτικούς χώρους χρησιμοποιούσαν ξύλινα κασόνια ή σε σπάρτινα ή μάλλινα ματαράτσια(μεγάλοι σάκοι). Κάποιες φορές, προτού το αποθηκέψουν, το άδειαζαν πρόχειρα στο πάτωμα του σπιτιού και σε δεύτερη φάση έκαναν την τελική αποθήκευση. Στους σωρούς αυτούς τα παιδιά της οικογένειας έκαναν ατελείωτα παιχνίδια ανεβαίνοντας πάνω, μπαίνοντας μέσα στο σιτάρι και χοροπηδώντας πάντα κρυφά από τους μεγάλους γιατί είχαν αυστηρές συστάσεις «να μην σκορπάνε το γένημμα». Σημ.: Τώρα το αλώνισμα ξαναζωντανεύει κατά κάπιοιο τρόπο σε μερικά χωριά ως λαογραφικό δρώμενο με αναπαραστάσεις αλωνίσματος ύστερα από πρωτοβουλία πολιτιστικών συλλόγων με γνωστότερο το αλώνισμα στο Βαλτεσινίκο Γορτυνίας όπου μετατρέπεται σε λαικό πανηγύρι.
16 Αλωνάρη 2010 Μαρίνα Διαμαντοπούλου -Τρουπή |





